βυρσότονος

βυρσό-τονος, ον,
A with skin stretched over it, β. κύκλωμα, = τύμπανον, E.Ba.124 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βυρσότονος — βυρσότονος, ον (Α) 1. ο βυρσοτενής 2. φρ. «βυρσότονον κύκλωμα» το τύμπανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βύρσα + τονος < τείνω] …   Dictionary of Greek

  • βυρσότονον — βυρσότονος with skin stretched over it masc/fem acc sg βυρσότονος with skin stretched over it neut nom/voc/acc sg βυρσοτενής masc/fem acc sg βυρσοτενής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύρσα — η (AM βύρσα) νεοελλ. χοντρό, κατεργασμένο δέρμα για περικάλυψη μηχανημάτων ή εξαρτημάτων που υφίστανται μεγάλη τριβή (αρχ. μσν.) δέρμα γδαρμένου ζώου αρχ. 1. δέρμα ζωντανού λιονταριού 2. ασκί για κρασί 3. (περιφρονητικά για άνθρωπο) τομάρι,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.